Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σελιδοδείκτης < σελίδα + δείκτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σελιδοδείκτης και σελιδοδείχτης αρσενικό

  1. αντικείμενο που επιτρέπει στον αναγνώστη ενός βιβλίου να ξαναβρεί εύκολα τη σελίδα που διάβαζε
  2. (πληροφορική) (διαδίκτυο) ορόσημο που επιτρέπει την εύκολη επιστροφή σε μια ιστοσελίδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία