Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποντίκι ποντίκια
γενική ποντικιού ποντικιών
αιτιατική ποντίκι ποντίκια
κλητική ποντίκι ποντίκια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποντίκι < μεσαιωνική ελληνική ποντίκιον < υποκοριστικό του ποντικός < ποντικός μῦς (ποντίκι από τον Πόντο, την Μαύρη Θάλασσα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔn.ˈdi.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένα ποντίκι που δαγκώνει
 
ένα ποντίκι που δεν δαγκώνει

ποντίκι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) μικρό τρωκτικό ζώο που ζει στις πόλεις, στους αγρούς και στα σπίτια
    Ταυτόσημο ποντικός, μυς
  2. μυς του σώματος που μεταβάλλει αρκετά το σχήμα της εξωτερικής επιφάνειας όταν χρησιμοποιείται
    Συνεχώς φουσκώνει και επιδεικνύει τα γυμνασμένα του ποντίκια.
    Ταυτόσημο μυς
    • (ειδικότερα) ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς όταν σφίγγεται
      για κάνε να δω αν έχεις καθόλου ποντίκι
  3. (πληροφορική) μικρή συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης
    Μαζί με το πληκτρολόγιο, αγόρασε και ένα καινούριο εργονομικό ποντίκι.
  4. τμήμα από το κάτω μέρος του ποδιού μοσχαριού
    Είπε στο χασάπη να του κόψει κι ένα κιλό ποντίκι.
  5. (μεταφορικά) ο νέος στρατιώτης

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία