Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποντικότρυπα οι ποντικότρυπες
      γενική της ποντικότρυπας
    αιτιατική την ποντικότρυπα τις ποντικότρυπες
     κλητική ποντικότρυπα ποντικότρυπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποντικότρυπα < ποντικός + τρύπα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποντικότρυπα θηλυκό

  1. τρύπα που αποτελεί την είσοδο ποντικοφωλιάς
  2. (κατ’ επέκταση) η ποντικοφωλιά, η φωλιά του ποντικιού
  3. (μεταφορικά) πολύ μικρός, στενός χώρος
    το σπίτι του είναι ποντικότρυπα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία