Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωλιά οι φωλιές
      γενική της φωλιάς των φωλιών
    αιτιατική τη φωλιά τις φωλιές
     κλητική φωλιά φωλιές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωλιά < αρχαία ελληνική φωλεά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔ.ˈʎa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
φωλιά(1 και 2) πουλιού πάνω σε δέντρο
 
Ο Δανιήλ στη φωλιά των λιονταριών

φωλιά θηλυκό

  1. γενικά ο χώρος που κατοικούν ή και γεννούν τα ζώα
  2. (ειδικότερα) η κατασκευή αρκετών πτηνών και ερπετών όπου γεννούν τα αυγά τους
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε μοιάζει με φωλιά πουλιού
  4. (μεταφορικά) σημείο συχνής συνεύρεσης που διατηρείται κρυφό
  5. (ηλεκτρολογία) κύλινδρος, συνήθως από πορσελάνη, στον οποίο μπαίνει η ηλεκτρική ασφάλεια
  6. (ναυτικός όρος) η έδρα του φορτωτήρα (κοινώς μπίγας) στον ιστό (άλμπουρο) του πλοίου, στην οποία φωλιάζει με πείρο
  7. (ναυτικός όρος) η πλευρική εσοχή πλοίου όπου φέρεται ο πλευρικός φανός ναυσιπλοΐας.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

έχω χεσμένη τη φωλιά μου(έχω λερωμένη τη φωλιά μου): έχω κάνει κάτι που δεν είναι σωστό
(βρέθηκα) στη φωλιά του λύκου (βρέθηκα σε ένα μέρος γεμάτο εχθρούς)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία