Ελληνικά (el)Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σφηκοφωλιά οι σφηκοφωλιές
      γενική της σφηκοφωλιάς των σφηκοφωλιών
    αιτιατική τη σφηκοφωλιά τις σφηκοφωλιές
     κλητική σφηκοφωλιά σφηκοφωλιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφηκοφωλιά < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μια σφηκοφωλιά με μερικούς της κατοίκους

σφηκοφωλιά θηλυκό

  1. φωλιά την οποία οι σφήκες φτιάχνουν από φυτικές ίνες, κυρίως μασημένο ξύλο
  2. ...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία