Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
souris souris

souris (fr) θηλυκό

  1. (ζωολογία) ο ποντικός
  2. (πληροφορική) το ποντίκι (για τους υπολογιστές)
    la souris de l'ordinateur - το ποντίκι του υπολογιστή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία