Δείτε επίσης: μυς

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μῦς μύε μύες - μῦς
Γενική μυός μυοῖν μυῶν
Δοτική μυΐ μυοῖν μυσί(ν)
Αιτιατική μῦν μύε μύας - μῦς
Κλητική μῦ μύε μύες - μῦς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μῦς αρσενικό

  1. (ζωολογία) ποντίκι
  2. μυς, μυώνας
  3. μύδι
  4. (ιχθυολογία) είδος (μεγάλης) φάλαινας (mus marinus)
  5. φίμωτρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν: για κάποιον που καταβάλλει (ή δείχνει ότι καταβάλλει) τεράστιες προσπάθειες αλλά τελικά έχει πολύ μικρό αποτέλεσμα