Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύσταση οι συστάσεις
      γενική της σύστασης
& συστάσεως
των συστάσεων
    αιτιατική τη σύσταση τις συστάσεις
     κλητική σύσταση συστάσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύσταση < καθαρεύουσα σύστασις < συν- + στάση (< στάσις)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sístasi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύσταση θηλυκό

  • το υλικό ή οι ουσίες από τις οποίες αποτελείται κάτι
η σύσταση του φαρμάκου
 συνώνυμα: σύνθεση


για τη σύσταση του συμβουλίου έγινε πολύ λόγος
 συνώνυμα: σύνθεση


αποφασίστηκε η σύσταση εταιρείας
 συνώνυμα: συγκρότηση


  • (στρατιωτικός όρος) η ανοργάνωτη κι άτακτη συσπείρωση στρατιωτών γύρω από ένα σημείο ή πρόσωπο με σκοπό την απόκρουση μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης
  • (πληθυντικός) η γνωστοποίηση από κάποιον του ονόματος, του επαγγέλματος ή κάθε άλλης ιδιότητας ενός προσώπου που θεωρείται απαραίτητη στην πρώτη συνάντησή του με κάποιον τρίτο
θα κάνεις τις συστάσεις; Δεν τους γνωρίζω όλους εδώ
 συνώνυμα: γνωριμία


πήρε τις καλύτερες συστάσεις για τον μελλοντικό του ενοικιαστή
 συνώνυμα: συστατική επιστολή


η σύσταση του γιατρού ήταν να πίνει πολλά υγρά
 συνώνυμα: νουθεσία, υπόδειξη


  • η άσκηση κριτικής που συνοδεύεται από υποδείξεις
η σύσταση του καθηγητή τον έκανε να μελετήσει περισσότερο
 συνώνυμα: παρατήρηση


ήθελα να σου στείλω λουλούδια, αλλά δεν είχα τη σύστασή σου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία