Arrows blue.png Δείτε επίσης: κατοικιά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατοικία οι κατοικίες
      γενική της κατοικίας των κατοικιών
    αιτιατική την κατοικία τις κατοικίες
     κλητική κατοικία κατοικίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατοικία < ελληνιστική κοινή κατοικία (αρχαία ελληνική σημασία: τρόπος διαμονής)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.tiˈci.a/
συλλαβισμός: κα‐τοι‐κί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατοικία θηλυκό

  • στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιούμε για διαμονή
    οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο Όλυμπος ήταν κατοικία των θεών
    μου λέτε σας παρακαλώ τη διεύθυνση της κατοικίας σας;
    δεν επιδοτούνται τα δάνεια για αγορά δεύτερης κατοικίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία