Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυκατοικία πολυκατοικίες
γενική πολυκατοικίας πολυκατοικιών
αιτιατική πολυκατοικία πολυκατοικίες
κλητική πολυκατοικία πολυκατοικίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυκατοικία < πολυ- + κατοικία (νεολογισμός που εισήχθη στην ελληνική γλώσσα στις αρχές του 20ού αι.)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολυκατοικία θηλυκό

  1. πολυώροφο κτήριο όπου κατοικούν πολλές οικογένειες σε χωριστά διαμερίσματα
  2. (κατ’ επέκταση) το σύνολο των ενοίκων μιας πολυκατοικίας (1)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία