Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνοικία οι συνοικίες
      γενική της συνοικίας των συνοικιών
    αιτιατική τη συνοικία τις συνοικίες
     κλητική συνοικία συνοικίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνοικία < (λόγιο) ελληνιστική κοινή συνοικία (χωριό)[1] < σύν + οἰκία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.niˈci.a/
συλλαβισμός: συ‐νοι‐κί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνοικία θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνοικία < συνοικέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνοικία θηλυκό

  1. κοινότητα
  2. οικία με πολλα διαμερίσματα, όπου ζούσαν πολλές οικογένειες, κυρίως για ξένους και μέτοικους
  3. παρακείμενο οίκημα
  4. γειτονιά (μεταγενέστερη έννοια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία