Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η σύνοικος οι σύνοικοι
      γενική του/της
του
συνοίκου
σύνοικου
των συνοίκων
    αιτιατική τον/τη σύνοικο τους/τις
τους
συνοίκους
σύνοικους
     κλητική σύνοικε σύνοικοι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνοικος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική σύνοικος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνοικος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία