↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαχαλάς οι μαχαλάδες
      γενική του μαχαλά των μαχαλάδων
    αιτιατική τον μαχαλά τους μαχαλάδες
     κλητική μαχαλά μαχαλάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
μαχαλάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική mahalle < αραβική محل (mahalla)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

μαχαλάς αρσενικό

  1. η γειτονιά των γύφτων
  2. (λαϊκότροπο) γειτονιά
    μένει στον πάνω μαχαλά (του χωριού).
  3. (λαϊκότροπο) συνοικία
    είχε μαγαζί στον ελληνικό μαχαλά της Πόλης.
  4. (λαϊκότροπο) ευρύτερο τμήμα πόλης, που διακρίνετα σε πάνω, κάτω, βόρειο, νότιο, ανατολικό ή δυτικό
    Η πόλη της Σμύρνης διακρινόταν στον "πάνω μαχαλά" και στον "κάτω μαχαλά".

  Μεταφράσεις

επεξεργασία