Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

πάρειμι < παρά (πάρ) + εἰμί

  ΡήμαΕπεξεργασία

πάρειμι

  1. είμαι κοντά, δίπλα, συντροφεύω
  2. είμαι παρών, παρευρίσκομαι

ΚλίσηΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

πάρειμι < παρά (πάρ) + εἶμι (έρχομαι, πηγαίνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

πάρειμι

  1. προσπερνώ, περνάω από δίπλα
    (για στόλο) παραπλέω
  2. (+ αιτιατική του τόπου) διέρχομαι μέσα από
  3. ξεπερνώ
  4. εισέρχομαι μπαίνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία