Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παροχή παροχές
γενική παροχής παροχών
αιτιατική παροχή παροχές
κλητική παροχή παροχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παροχή < αρχαία ελληνική παροχή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παροχή θηλυκό

  1. είναι ο όγκος του ρευστού,υγρού ή αέριου ο οποίος διέρχεται από έναν αγωγό στη μονάδα του χρόνου.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία