Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαπαιδαγωγώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαπαιδαγωγώ

  1. εκπαιδεύω, καθοδηγώ, διαπλάθω, μορφώνω
  2. ανατρέφω με παιδαγωγικά μέσα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία