Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκπαιδεύω < αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκπαιδεύω

  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες, το εκγυμνάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία