Ετυμολογία

επεξεργασία
εκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + παιδεύω

εκπαιδεύω

  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες, το εκγυμνάζω

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία