Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παίδευση < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɛ.ðɛf.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παίδευση θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία