Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παίδεμα παιδέματα
γενική παιδέματος παιδεμάτων
αιτιατική παίδεμα παιδέματα
κλητική παίδεμα παιδέματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παίδεμα < παιδεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παίδεμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία