Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπαράσταση οι συμπαραστάσεις
      γενική της συμπαράστασης
συμπαραστάσεως*
των συμπαραστάσεων
    αιτιατική τη συμπαράσταση τις συμπαραστάσεις
     κλητική συμπαράσταση συμπαραστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπαράσταση < συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι + -ση

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sim.baˈɾa.sta.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπαράσταση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία