Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάζωξη οι μαζώξεις
      γενική της μάζωξης
& μαζώξεως
των μαζώξεων
    αιτιατική τη μάζωξη τις μαζώξεις
     κλητική μάζωξη μαζώξεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάζωξη < μαζώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάζωξη θηλυκό

  1. η συγκέντρωση πολλών ατόμων σε ένα χώρο για συζήτηση ή διασκέδαση
    θα κάνουμε μια μάζωξη στο σπίτι μεθαύριο, να ξαναβρεθούμε όλοι οι παλιοί γνωστοί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία