Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

réunion 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
réunion réunions

réunion (fr) θηλυκό

  1. η ένωση
    la réunion de deux ensembles - η ένωση δύο συνόλων
  2. η συγκέντρωση
    je dois assister à une réunion - πρέπει να παραστώ σε μια συγκέντρωση