Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

procureur 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
procureur procureurs

procureur (fr) αρσενικό

  1. ο πληρεξούσιος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. Procureur de la République αρσενικό ή θηλυκό: (νομική) ο εισαγγελέας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία