Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

power < μέση αγγλική poer < παλαιά γαλλική poeir < λατινική potere < posse < possum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
power powers

power (en)

  1. δύναμη, ισχύς
  2. (μαθηματικά) δύναμη
  3. (φυσική) ισχύς
  4. (ηλεκτρολογία) ηλεκτρισμός, (ηλεκτρικό) ρεύμα, ηλεκτρική ενέργεια, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος
    συντομογραφία: PWR

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ηλεκτρολογία:

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας power
γ΄ ενικό ενεστώτα powers
αόριστος powered
παθητική μετοχή powered
ενεργητική μετοχή powering

power (en)

  • τροφοδοτώ
    The plant powers the city with electricity.
    Το εργοστάσιο τροφοδοτεί την πόλη με ρεύμα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fuel