Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

power user < → δείτε τις λέξεις power και user

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

power user (en)

  1. έμπειρος χρήστης
  2. (πληροφορική) ο «προχωρημένος» χρήστης, που έχει περισσότερες γνώσεις από τον τελικό χρήστη (end user) στις λειτουργίες του υλικού (hardware) και του λογισμικού (software)[1]
  3. (πληροφορική) σε μιά εταιρία ο χρήστης που αν και δεν έχει γνώσεις προγραμματισμού γνωρίζει τι πρέπει να κάνει ή τι θα έπρεπε να κάνει το λογισμικό (software), οπότε καθοδηγεί τους προγραμματιστές στην επέκτασή του, καταγράφει τις απαιτήσεις των χρηστών, συμμετέχει στις δοκιμές και εκπαιδεύει τους τελικούς χρήστες[2]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) Power user. Προσπέλαση 2020-04-23
  2. (αγγλικά) Power User's Guide. Προσπέλαση 2020-04-23