Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

possible < μέση αγγλική possible < παλαιά γαλλική possible < λατινική possibilis < posse

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

possible (en)

  1. δυνατός, που μπορεί να επιτευχθεί, που μπορεί να γίνει, κατορθωτός
  2. πιθανός, ενδεχόμενος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

possible < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /?/
possible 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
possible possibles

possible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

possible (ca)

  1. πιθανός, ενδεχόμενος