Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

potential (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

potential (en)

  1. δυνατός, με δύναμη και ενεργητικότητα
  2. ενδεχόμενος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία