Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πιθανός η πιθανή το πιθανό
      γενική του πιθανού της πιθανής του πιθανού
    αιτιατική τον πιθανό την πιθανή το πιθανό
     κλητική πιθανέ πιθανή πιθανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πιθανοί οι πιθανές τα πιθανά
      γενική των πιθανών των πιθανών των πιθανών
    αιτιατική τους πιθανούς τις πιθανές τα πιθανά
     κλητική πιθανοί πιθανές πιθανά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιθανός < αρχαία ελληνική πιθανός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πιθανός -ή -ό(ν)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πιθανός < από το θέμα πιθ του Αορίστου β΄ έπιθον του ρήματος πείθω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία