Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πείθω < αρχαία ελληνική πείθω < πρωτοελληνική *péitʰō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰéydʰeti < *bʰeydʰ- (πιστεύω, εμπιστεύομαι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

πείθω, πρτ.: έπειθα, στ.μέλλ.: θα πείσω, αόρ.: έπεισα, παθ.φωνή: πείθομαι, μτχ.π.π.: πεισμένος

  • κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσματικά να προβεί σε μια ενέργεια που αρχικά τον έβρισκε αντίθετο ή αδιάφορο, του αλλάζω γνώμη με επιχειρήματα ή με την άσκηση εντονότερης πίεσης, αλλά όχι με τη χρήση ωμής βίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

προς τη ρίζα -πειθ- και -πεισ-

προς τη ρίζα -πιθ- του "επιθόμην" (β΄αόρ) και -πισ-

προς τη ρίζα -ποιθ- του "πέποιθα" (β΄παρακ.)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία