→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πυγοστόλος τὸ πυγοστόλον
      γενική τοῦ/τῆς πυγοστόλου τοῦ πυγοστόλου
      δοτική τῷ/τῇ πυγοστόλ τῷ πυγοστόλ
    αιτιατική τὸν/τὴν πυγοστόλον τὸ πυγοστόλον
     κλητική ! πυγοστόλε πυγοστόλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πυγοστόλοι τὰ πυγοστόλ
      γενική τῶν πυγοστόλων τῶν πυγοστόλων
      δοτική τοῖς/ταῖς πυγοστόλοις τοῖς πυγοστόλοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς πυγοστόλους τὰ πυγοστόλ
     κλητική ! πυγοστόλοι πυγοστόλ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πυγοστόλω τὼ πυγοστόλω
      γεν-δοτ τοῖν πυγοστόλοιν τοῖν πυγοστόλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πυγοστόλος < πυγή + στέλλω

  Επίθετο

επεξεργασία

πυγοστόλος, -ος, -ον

  • (για γυναίκα) που στολίζει τους γλουτούς της
    ※  7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 373 (373-375)
    μηδὲ γυνή σε νόον πυγοστόλος ἐξαπατάτω | αἱμύλα κωτίλλουσα, τεὴν διφῶσα καλιήν· | ὃς δὲ γυναικὶ πέποιθε, πέποιθ᾽ ὅ γε φιλήτῃσιν.
    Και μη σου εξαπατά το νου γυναίκα με στολισμένα πισινά | σαν φλυαρεί χαριτωμένα την ώρα που την έπιασες να εξερευνά την αποθήκη σου. | Όποιος γυναίκα εμπιστεύεται, απατεώνα εμπιστεύεται.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr

Συγγενικά

επεξεργασία