Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πειστικός πειστική πειστικό
γενική πειστικού πειστικής πειστικού
αιτιατική πειστικό πειστική πειστικό
κλητική πειστικέ πειστική πειστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πειστικοί πειστικές πειστικά
γενική πειστικών πειστικών πειστικών
αιτιατική πειστικούς πειστικές πειστικά
κλητική πειστικοί πειστικές πειστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πειστικός < αρχαία ελληνική πειστικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πειστικός

  1. αυτός που πείθει τους άλλους, που γίνεται πιστευτός από τους άλλους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πειστικός

  1. πειστικός

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • σε πολλά κείμενα υπάρχει και με τη μορφή: πιστικός