Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ηλεκτρισμός οι ηλεκτρισμοί
      γενική του ηλεκτρισμού των ηλεκτρισμών
    αιτιατική τον ηλεκτρισμό τους ηλεκτρισμούς
     κλητική ηλεκτρισμέ ηλεκτρισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηλεκτρισμός < ήλεκτρον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.lɛ.ktɾiˈ.zmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηλεκτρισμός αρσενικό

  1. απόκτηση ηλεκτρικού φορτίου
    Το ήλεκτρο ήταν το πρώτο υλικό που παρατηρήθηκε να έχει φορτίο, το οποίο έδωσε το όνομά του στο φαινόμενο.
  2. η κίνηση των ηλεκτρονίων που μεταφέρει ενέργεια
  3. κλάδος της Φυσικής που ασχολείται με τα ηλεκτρικά φαινόμενα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία