Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
state states

state (en)

  1. κατάσταση
  2. πολιτεία
  3. (στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων) βλ. relation state ή relation instance[1]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • state στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μ.Χατζόπουλος, 2009, Το Σχεσιακό Μοντέλο - Σχεσιακή Άλγεβρα, Σχεσιακός Λογισμός, σελ. 20. Προσπέλαση 2020-02-06