Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δηλώνω < μεσαιωνική ελληνική δηλώνω < αρχαία ελληνική δηλόω / δηλῶ < δῆλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dyew- (ουρανός, λάμπω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðiˈlɔ.nɔ/
συλλαβισμός: δη‐λώ‐νω

  ΡήμαΕπεξεργασία

δηλώνω, αόρ.: δήλωσα, παθ.φωνή: δηλώνομαι, π.αόρ.: δηλώθηκα, μτχ.π.π.: δηλωμένος

  1. γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή
    δήλωσε το αυθαίρετο κτίσμα του στην Πολεοδομία, ώστε να μπορέσει αργότερα να το νομιμοποιήσει
    κάποιοι επαγγελματίες δηλώνουν αναληθώς στη φορολογική τους δήλωση πολύ μικρά εισοδήματα
  2. βεβαιώνω ενυπόγραφα (σε ειδικό έντυπο- δήλωση) ότι κάτι είναι αληθινό
    δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν λαμβάνω σύνταξη από κανένα ασφαλιστικό ταμείο
  3. λέω ότι είμαι
    δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά όλοι ξέρουν ότι κάνει ύποπτες δουλειές
    στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις
  4. εκφράζω λεκτικά με σαφή τρόπο μία άποψη, επιθυμία ή απόφασή μου
    χτες ο Γιάννης μας δήλωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του
  5. διατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο
    ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θα γίνουν άλλες προσλήψεις φέτος στο υπουργείο του
  6. σημαίνω, φανερώνω
    το χαμόγελό του δηλώνει ικανοποίηση
  7. (προγραμματισμός) ορίζω το όνομα (identifier) και τον τύπο δεδομένων μεταβλητής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία