Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δηλωμένος δηλωμένη δηλωμένο
γενική δηλωμένου δηλωμένης δηλωμένου
αιτιατική δηλωμένο δηλωμένη δηλωμένο
κλητική δηλωμένε δηλωμένη δηλωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δηλωμένοι δηλωμένες δηλωμένα
γενική δηλωμένων δηλωμένων δηλωμένων
αιτιατική δηλωμένους δηλωμένες δηλωμένα
κλητική δηλωμένοι δηλωμένες δηλωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δηλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δηλώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δηλωμένος

  1. που έχει δηλωθεί όπως ορίζουν οι νόμοι
  2. που έχει δημόσια εκδηλώσει κάποιο χαρακτηριστικό του
    είναι δηλωμένος επαναστάτης,

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Το θηλυκό η δηλωμένη βλ. τη λέξη.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία