Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

identifier (en)

  1. κάποιος που αναγνωρίζει
  2. ο προσδιοριστής
  3. το αναγνωριστικό
  4. (προγραμματισμός) αναγνωριστικό, όνομα ταυτοποίησης
    δείτε επίσης: Identifier (computer languages) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

identifier < identification < λατινική identificare

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.dɑ̃.ti.fje/
identifier 

  ΡήμαΕπεξεργασία

identifier (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία