Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξακριβώνω < αρχαία ελληνική ἐξακριβόω / ἐξακριβῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.ksa.ki.ˈvɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξακριβώνω (παθητική φωνή: εξακριβώνομαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία