Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσδιοριστής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσδιοριστής αρσενικό

  • (ιατρική) το χαρακτηριστικό (συγγενές, περιβαλλοντικό, συμπεριφοράς) των ατόμων από το οποίο εξαρτάται, συναρτάται ή σχετίζεται η συχνότητα εμφάνισης μιας έκβασης (εμφάνισης μιας πάθησης ή του θανάτου)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία