Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάμπω < αρχαία ελληνική λάμπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂p (λάμπω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈlam.bɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

λάμπω, πρτ.: έλαμπα, στ.μέλλ.: θα λάμψω, αόρ.: έλαμψα, χωρίς παθητική φωνή

  1. ακτινοβολώ φως
    ο ήλιος λάμπει
    Ο Σακαρέλος κοίταξε άφωνος τα μάτια της, που λάμπανε στο σκοτάδι. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
  2. (μεταφορικά)
    το δωμάτιο έλαμπε από καθαριότητα
    το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • λάμπει διά της απουσίας του (ειρωνικά, συνήθως στον αόριστο) έλαμψε δια της απουσίας του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία