Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαμπίκος λαμπίκοι
γενική λαμπίκου λαμπίκων
αιτιατική λαμπίκο λαμπίκους
κλητική λαμπίκε λαμπίκοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαμπίκος < μεσαιωνική ελληνική λαμπίκον < μεσαιωνική λατινική alembicum < αραβική الإِنْبِيق (al-ʾinbīq: δοχείο απόσταξης) < الأَنْبِيق (al-ʾanbīq) < αρχαία ελληνική ἄμβιξ (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαμπίκος αρσενικό

  1. (παρωχημένο) αποστακτήρας
  2. (λαϊκότροπο) (άκλιτο) άλλη μορφή του λαμπίκο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία