Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φέγγω < αρχαία ελληνική φέγγω < φέγγος (συγγενές του φάος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

φέγγω

  1. ακτινοβολώ, εκπέμπω μια λάμψη
    Κάθε φορά που της τηλεφωνεί ο κανακάρης της, φέγγει το πρόσωπό της.
    Φέγγει το φεγγάρι.
  2. απρόσωπη χρήση (φέγγει), για μια πηγή φωτός όχι απαραιτήτως ορατή, που προκαλεί έναν διάχυτο αμυδρό φωτισμό, μια λάμψη όχι ιδιαίτερα έντονη, ανταύγεια
    Αντε να πάμε για ύπνο, έφεξε πια για τα καλά. (ξημέρωσε)
  3. (μεταφορικά) απρόσωπη χρήση, η απρόσμενη τύχη
    Άντε τυχερέ! Σου έφεξε πάλι!
  4. φωτίζω κάτι με ένα μέσο
    Δεν κρατάς καλά το φακό! Εδώ φέξε μου!
    (ειρωνικά)Φέξε μου και γλίστρησα.
  5. (μεταφορικά) όταν κάποιος χάνει πολλά κιλά
    Φάε κάτι, παιδί μου. Έφεξες πια.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία