Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φέγγω < αρχαία ελληνική φέγγω < φέγγος (συγγενές του φάος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfɛŋ.ɡɔ/
συλλαβισμός: φέγ‐γω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φέγγω, αόρ.: έφεξα (χωρίς παθητική φωνή) και απρόσωπα: φέγγει, έφεξε

  1. (προσωπικό)
    1. ακτινοβολώ, εκπέμπω μια λάμψη
      Κάθε φορά που της τηλεφωνεί ο κανακάρης της, φέγγει το πρόσωπό της.
      Φέγγει το φεγγάρι.
    2. φωτίζω κάτι με ένα μέσο
      Δεν κρατάς καλά το φακό! Εδώ φέξε μου!
      (ειρωνικό) φέξε μου και γλίστρησα
    3. (μεταφορικά) όταν κάποιος χάνει πολλά κιλά
      Φάε κάτι, παιδί μου. Έφεξες πια.
  2. (απρόσωπο)
    1. δείτε τη λέξη φέγγει, για μια πηγή φωτός όχι απαραιτήτως ορατή, που προκαλεί έναν διάχυτο αμυδρό φωτισμό, μια λάμψη όχι ιδιαίτερα έντονη, ανταύγεια
      Αντε να πάμε για ύπνο, έφεξε πια για τα καλά. (ξημέρωσε)
    2. (μεταφορικά) η απρόσμενη τύχη
      Άντε τυχερέ! Σου έφεξε πάλι!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία