Δείτε επίσης: φῶς, φώς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φως τα φώτα
      γενική του φωτός των φώτων
    αιτιατική το φως τα φώτα
     κλητική φως φώτα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φως < αρχαία ελληνική φῶς / φάος< πρωτοελληνική *pʰáos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰéh₂os < *bʰeh₂- (φωτίζω, λάμπω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φως ουδέτερο (πληθυντικός φώτα)

  1. ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό
    φοράει μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια του είναι πολύ ευαίσθητα στο φως
    άνοιξε τις κουρτίνες να μπει λίγο φως!
     αντώνυμα: σκοτάδι
  2. (κατ' επέκταση) η όραση
    χάνω το φως μου
  3. σκευή τεχνικού φωτισμού
    πριν φύγεις, σβήσε τα φώτα
    γιατί δεν σταμάτησες; δεν είδες το κόκκινο φως;
  4. ηλεκτρικό ρεύμα
    μας κόψανε το φως
    φως, νερό, τηλέφωνο
  5. λογαριασμός εταιρίας παροχής ηλεκτρισμού
    ήρθε το φως και δεν έχω μια!
  6. πληροφόρηση, γνώση
    μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
  7. δημοσιότητα
    βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής
    η ανασκαφή έφερε στο φως δύο τάφους της Μυκηναϊκής εποχής
  8. έξοδος, τέλος μιας δυσάρεστης κατάστασης
    μετά από πέντε μέρες κοντεύω να τελειώσω την έκθεση, επιτέλους βλέπω το φως στο τούνελ
  9. η ελπίδα
    δίνει κάποιο φως αυτή η προοπτική

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

και

Επίσης

Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που καταλήγουν σε «-φωτο» (ουσιαστικά)
Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που καταλήγουν σε «-φωτος» (επίθετα)
Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που καταλήγουν σε «-φωτιστος»
Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία