Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακτινοβολία οι ακτινοβολίες
      γενική της ακτινοβολίας των ακτινοβολιών
    αιτιατική την ακτινοβολία τις ακτινοβολίες
     κλητική ακτινοβολία ακτινοβολίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακτινοβολία < ελληνιστική ἀκτινοβολία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακτινοβολία θηλυκό

  1. εκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων
  2. η γοητεία
    η αριστερά έμοιαζε να είχε χάσει την ακτινοβολία της, αλλά με το μνημόνιο...
    Ηταν φοβερός ρήτορας, τον παρακολουθούσαμε με ανοιχτό στόμα, αλλά γέρασε και έχασε την ακτινοβολία του

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία