Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φῶς < αρχαία ελληνική φῶς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φῶς

  • πολυτονική γραφή του φως

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική φῶς φῶτε φῶτα
Γενική φωτός φωτοῖν φώτων
Δοτική φωτί φωτοῖν φωσί(ν)
Αιτιατική φῶς φῶτε φῶτα
Κλητική φῶς φῶτε φῶτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φῶς < συνηρημένη μορφή της λέξης φάος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φῶς ουδέτερο

  1. το φως
  • αττικός τύπος του φάος

ΣύνθεταΕπεξεργασία


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία