Δείτε επίσης: φως, φῶς

Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

φώς < φάος

  Ουσιαστικό επεξεργασία

φώς αρσενικό, γεν. φωτός, πληθ. φῶτες

  1. άντρας, θνητός
    σύμβαλον ἀμφὶ νέκυι κατατεθνηῶτι μάχεσθαι δεινὸν ἀΰσαντες· μέγα δ' ἔβραχε τεύχεα φωτῶν. (Ομήρου Ιλιάδα, Π565-6)
    εἰς τὸν νεκρὸν ὁλόγυρα στὴν μάχην ἐπιασθῆκαν μὲ ἀλαλαγμόν˙ καὶ τ’ ἄρματα τῶν μαχητῶν βροντοῦσαν. (μετάφραση Πολυλά)