Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωτογραφία οι φωτογραφίες
      γενική της φωτογραφίας των φωτογραφιών
    αιτιατική τη φωτογραφία τις φωτογραφίες
     κλητική φωτογραφία φωτογραφίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωτογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographie < αρχαία ελληνική (φῶς) φωτο- + -γραφία γράφω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔ.tɔ.ɣɾaˈfi.a/
συλλαβισμός: φω‐το‐γρα‐φί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φωτογραφία θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος μόνον για το υλικό αποτύπωμα της φωτογράφισης)

  1. το υλικό αποτέλεσμα του φωτογραφίζω
    Βγάλε μου μια φωτογραφία!
  2. (τέχνη) η τέχνη που ασκεί κάποιος με τη φωτογράφιση
    Στο Πνευματικό Κέντρο γίνεται μια ενδιαφέρουσα έκθεση φωτογραφίας.
    Με ενδιαφέρει η φωτογραφία γιατί απαιτεί περισσότερη τέχνη από το βίντεο.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία