Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η φωτογράφος οι φωτογράφοι
      γενική του/της φωτογράφου των φωτογράφων
    αιτιατική τον/τη φωτογράφο τους/τις φωτογράφους
     κλητική φωτογράφε φωτογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Γάλλος φωτογράφος, Ουταγκάουα Κουνιγιόσι (1798-1861)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωτογράφος < φωτογραφ(ία) (αναδρομικός σχηματισμός), λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographe (< photographie) < φῶς φωτο- + -γράφος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fo.toˈɣɾa.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φω‐το‐γρά‐φος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φωτογράφος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία