Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο δημιουργός οι δημιουργοί
γενική του δημιουργού των δημιουργών
αιτιατική τον δημιουργό τους δημιουργούς
κλητική δημιουργέ δημιουργοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δημιουργός < αρχαία ελληνική δημιουργός < δημιοεργός < δῆμος + ἔργον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δημιουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που δημιουργεί, που παράγει κάτι από το μηδέν
  2. αυτός που φτιάχνει κάτι καινούριο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας
  3. αυτός που ασχολείται δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες
  4. αυτός που γίνεται η αιτία να γίνει κάτι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δημιουργός < δῆμος + ἔργον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δημιουργός αρσενικό

  1. αυτός που εργάζεται για το λαό, ο επιδέξιος τεχνίτης, χειροτέχνης
  2. αυτός που φτιάχνει
  3. Ποιητής, Δημιουργός του κόσμου
  4. (σε μερικές πόλεις της Πελοποννήσου) ανώτατο πολιτικό πρόσωπο

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία