Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοιράζομαι < παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mi.ˈɾa.zɔ.mε/

  ΡήμαΕπεξεργασία

μοιράζομαι

  1. κόβομαι σε κομμάτια για να διανεμηθώ
    η πρωτοχρονιάτικη πίτα μοιράστηκε σε οχτώ κομμάτια
  2. διανέμομαι
    φέτος τα βιβλία άργησαν να μοιραστούν στους μαθητές
  3. (ενεργητική διάθεση) εγώ και κάποιος άλλος παίρνουμε μερίδιο από το ίδιο πράγμα
    η οικογένεια μοιράστηκε με τον ξένο το φτωχικό φαγητό
    • (μεταφορικά) έχω με κάποιον άλλον κοινές εμπειρίες
      εμείς οι δυο μοιραστήκαμε τα ίδια βάσανα και τις ίδιες ελπίδες

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία