Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πῡγολαμπᾰδ-
ονομαστική πυγολαμπάς αἱ πυγολαμπάδες
      γενική τῆς πυγολαμπάδος τῶν πυγολαμπάδων
      δοτική τῇ πυγολαμπάδ ταῖς πυγολαμπάσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν πυγολαμπάδ τὰς πυγολαμπάδᾰς
     κλητική ! πυγολαμπάς πυγολαμπάδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πυγολαμπάδε
γεν-δοτ τοῖν  πυγολαμπάδοιν
Με βραχύ άλφα στο θέμα -άς, -άδος.
3η κλίση, Κατηγορία 'δεκάς' όπως «δεκάς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυγολαμπάς < πυγ(ή) + -ο- + λαμπ- (λάμπω) + -άς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυγολαμπάς θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία